Απάντηση στον Κοινοβουλευτικό Εκπρόσωπο του ΠΑ.ΣΟ.Κ. κ. Παπουτσή κατά την συζήτηση του Σ/Ν του Υπ. Εσωτερικών «Ρυθμίσεις θεμάτων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και άλλες διατάξεις οργάνωσης και λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης».(27 Αυγούστου 2009)



Άκουσα με προσοχή τον αξιότιμο συνάδελφο Κοινοβουλευτικό Εκπρόσωπο του ΠΑ.ΣΟ.Κ κ. Παπουτσή και παρακολούθησα επίσης και την ανταλλαγή επιχειρημάτων που είχε με τον Υπουργό Εσωτερικών κ. Παυλόπουλο. Δεν ξέρω εάν ο κ. Παπουτσής πέτυχε στην προσπάθειά του να αποδώσει μετά θάνατον και να ερμηνεύσει την έμπνευση του αείμνηστου εξαιρετικού συγγραφέα Αλέκου Σακελλάριου, αλλά αυτό που θέλω να πω για να έχουμε πληρότητα, κύριε Παπουτσή, στην αφήγηση του πλαισίου εκείνης της εποχής, ήταν ότι τότε ήταν η περίοδος της ΕΡΕ του Καραμανλή, αλλά μετά ακολούθησε η περίοδος της Ενώσεως Κέντρου. Αφήστε, λοιπόν, να λειτουργήσει η μνήμη με πληρότητα και όχι επιλεκτικά.
Τώρα, όπως ξέρετε, είμαι σε θέση μαζί σας να διεξέλθουμε –αλλά δεν επιτρέπει ο χώρος και ο χρόνος να διεξέλθουμε- με αξιόλογα επιχειρήματα τα όσα έγιναν εκείνη την εποχή από τη μία και την άλλη πλευρά. Δεν είναι αυτό που ζητεί σήμερα ο ελληνικός λαός.
Επειδή είστε προσεκτικός στις ευρύτερες πολιτικές αναφορές που κάνατε σε αντίθεση με άλλους συναδέλφους σας από το ΠΑ.ΣΟ.Κ, θα άφηνα χωρίς να κάνω ιδιαίτερη παρατήρηση τις περισσότερες γενικότερες πολιτικές αναφορές σας, εάν δεν είχατε χρησιμοποιήσει δύο φράσεις, δύο μετοχές. Είπατε «η Κυβέρνηση παραπαίουσα», «η Κυβέρνηση κατακαμένη». Βλέπω ότι και ο προσεκτικός κ. Παπουτσής σταδιακά δεν αποφεύγει να υποπέσει στο σφάλμα, στον ολισθηρό δρόμο που ακολουθούν στελέχη του ΠΑ.ΣΟ.Κ τα τελευταία εικοσιτετράωρα.
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ., όπως είπα χθες, ξεκίνησε καλά. Λίγες ώρες μετά την καταστροφή που μας βρήκε εδώ στο Λεκανοπέδιο και σε άλλες περιοχές της χώρας από τις τελευταίες πυρκαγιές, όντως η αρχική τοποθέτηση του Προέδρου του, του κ. Γεώργιου Παπανδρέου, ήταν ψύχραιμη και υπεύθυνη. Όμως, τα όσα μεσολάβησαν και ακολούθησαν στη συνέχεια έδειξαν ή ότι η μεγάλη πλειοψηφία των στελεχών του ΠΑ.ΣΟ.Κ που ανήκουν στην ηγετική ομάδα δεν ικανοποιήθηκαν ή ότι δεν πίστεψαν τα όσα είπε ο Αρχηγός τους ή ότι και ο ίδιος ο Αρχηγός τους, όταν τα έλεγε, τα έλεγε υποδυόμενος το ρόλο του υπεύθυνου πολιτικού παράγοντα και όχι πιστεύοντας πραγματικά σ’ αυτήν την πρώτη υπεύθυνη τοποθέτηση.
Γι’ αυτό σταδιακά από τότε μέχρι σήμερα έχουμε μία διολίσθηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ σε θέσεις που το επαναφέρουν στη γνωστή τροχιά, στο γνωστό ρόλο μιας ανεύθυνης Αντιπολίτευσης που επιλέγει αντί της υπευθυνότητας το λαϊκισμό, τη δημαγωγία, την εξαλλότητα.
Οφείλω να πω ότι ο κ. Παπουτσής ήταν περισσότερο προσεκτικός, αλλά δεν απέφυγε και αυτός να συνεισφέρει στην ολισθηρή πορεία της ηγετικής ομάδας του ΠΑ.ΣΟ.Κ., η οποία, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, επιχειρεί τις τελευταίες ημέρες να μετατρέψει σε αντικείμενο κομματικής έριδας το βαρύτατο όντως πλήγμα που δεχθήκαμε εδώ στο Λεκανοπέδιο και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος από τις φυσικές καταστροφές.
Όποιος επιχειρήσει να κάνει τα προβλήματα των καθημερινών ανθρώπων πρώτη ύλη για το χώρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, θα υποστεί και τις συνέπειες. Εμείς δεν θα προχωρήσουμε σ’ αυτό το δρόμο. Αντιθέτως, η Κυβέρνηση προχωρεί ταχύτατα σε μέτρα αποκατάστασης και ανακούφισης των πληγέντων και σε μέτρα για την αποκατάσταση επίσης του περιβάλλοντος.
Είναι δύσκολη η προσπάθεια. Σ’ αυτήν την προσπάθεια μπορούμε να πετύχουμε. Θα πετύχουμε. Και σας καλούμε να συναντηθούμε όλοι από όλες τις πτέρυγες της Βουλής.
Σε ό,τι αφορά δε την παρουσία των Υπουργών, νομίζω, αγαπητέ συνάδελφε κύριε Παπουτσή, ότι η παρουσία των Υπουργών σ’ αυτήν την Αίθουσα δεν δείχνει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο παρά το σεβασμό τους σ’ αυτήν την τόσο σημαντική κοινοβουλευτική διαδικασία.
Τώρα, το υπό συζήτηση νομοσχέδιο διευθετεί ένα πραγματικά πελώριο θέμα εκκρεμότητας ζωής χιλιάδων ανθρώπων, χιλιάδων οικογενειών που βρέθηκαν να εργάζονται στο δημόσιο τομέα, χωρίς να έχει διευθετηθεί η νομική υπόσταση αυτής της εργασίας τους.
Δεν θα αντιδικήσω σ' αυτό με τους συναδέλφους του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Όντως θα συμφωνήσω ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της σημερινής Ελλάδος είναι η λειτουργία, η ποιότητα, η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης. Αυτή είναι η αλήθεια. Όμως, εάν πάμε λίγο τα πράγματα προς τα πίσω, θα διαπιστώσουμε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι του ΠΑ.ΣΟ.Κ., ότι πέρα από τις αγκυλώσεις τις οποίες κληροδότησε στο νέο ελληνικό κράτος και στη διοίκησή του ο οθωμανικός ζυγός –μην πάμε τόσο πίσω- θα διαπιστώσουμε όλοι ότι η παθογένεια των τελευταίων δεκαετιών οφείλεται κυρίως –υπάρχουν και άλλοι λόγοι- στη μεταχείριση που επεφύλαξε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην ελληνική δημόσια διοίκηση.
Από το 1981 και μετά, το ΠΑ.ΣΟ.Κ. θεώρησε και εξακολουθεί να θεωρεί τη δημόσια διοίκηση κομματική του θεραπαινίδα. Είναι επί της εποχής του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που για πρώτη φορά στην Ελλάδα –και παγκοσμίως, επιτρέψτε μου να πω- δημιουργήθηκε η έννοια και ο άτυπος, αλλά ουσιαστικός «θεσμός» -εντός εισαγωγικών η λέξη «θεσμός»- των κατεψυγμένων δημοσίων υπαλλήλων.
Ο ελληνικός λαός που μας ακούει τώρα γνωρίζει ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες και γυναίκες που υπηρετούσαν κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ σε όλους τους κλάδους και τους τομείς της δημόσιας διοίκησης υπό τη στενή ή υπό την ευρεία έννοια, στα Σώματα Ασφαλείας, στις Ένοπλες Δυνάμεις, είδαν καριέρες να οδηγούνται σε αδιέξοδο. Τοποθετήθηκαν στα υπόγεια της δημόσιας διοίκησης. Κατέστησαν οι κατεψυγμένοι Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι, διότι είχαν την «ατυχία» -εντός εισαγωγικών η λέξη, επιλογή τους ήταν, δημοκρατία έχουμε- να μην ανήκουν στις κλαδικές του ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Τιμωρήθηκαν, λοιπόν, γι’ αυτό. Εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες μας σε όλη χώρα είδαν την καριέρα τους να ναυαγεί, είδαν την αναξιοκρατία, την έλλειψη αξιολόγησης, τη διαγραφή των προσόντων, να γίνεται καθημερινή πρακτική και υποχρεώθηκαν να υποστούν αυτήν την κομματική επέλαση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στη δημόσια διοίκηση.
Κύριε Παπουτσή, το πράσινο έπος του κομματισμού, το πράσινο έπος της άλωσης της ελληνικής δημόσιας διοίκησης από το ΠΑ.ΣΟ.Κ, το ομολογούν ήδη κατ’ ιδίαν και δικά σας στελέχη. Και σε αρκετές περιπτώσεις –προς τιμήν τους- κάνουν και την αυτοκριτική τους.
Το ΠΑ.ΣΟ.Κ., όμως, μέχρι τώρα όχι μόνο αυτοκριτική δεν έκανε, αλλά εξακολουθεί και αρθρώνει ένα λόγο ο οποίος δηλοί ότι από τότε μέχρι σήμερα δεν άλλαξε νοοτροπία. Να σας θυμίσουμε τι έγινε το 1981 και τι επαναλήφθηκε ακόμα πιο έντονα το 1993; Απελύθησαν –απομακρύνθηκαν, δηλαδή, από τα καθήκοντά τους, αυτό εννοώ- γενικοί διευθυντές Υπουργείων μέσα σε ένα βράδυ το 1993, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες με fax!
Κάντε σύγκριση μ' αυτό που συνέβη το Μάρτιο του 2004 στα περισσότερα Υπουργεία. Συνεργαστήκαμε αρμονικά με γενικούς διευθυντές, με διευθυντές, με την ιεραρχία που βρήκαμε επί της εποχής του ΠΑ.ΣΟ.Κ., γνωρίζοντας ότι οι περισσότεροι διευθυντές και όλοι σχεδόν οι γενικοί διευθυντές που βρήκαμε το Μάρτιο του 2004 στη δημόσια διοίκηση, δεν ανήκαν στο ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Δικαίωμά τους. Και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. είναι ένα κόμμα, το οποίο επιλέγει ένα μέρος του ελληνικού λαού. Το σεβόμαστε. Σεβόμαστε την επιλογή του. Ήταν συνδικαλιστικά, κομματικά στελέχη του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Πήγαιναν κάθε βράδυ από την τότε Χαριλάου Τρικούπη. Και συνεργαστήκαμε αρμονικά για πάρα πολλούς μήνες, ενώ εσείς αντίθετα το 1993, το 1981, απομακρύνατε τους γενικούς διευθυντές με ένα φαξ μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες. Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει πάρα πολλά επεισόδια απ’ αυτό το –επιτρέψτε μου να πω- έπος της ντροπής, της άλωσης της δημόσιας διοίκησης, απ’ αυτό το πράσινο έπος του κομματισμού. Στα Σώματα Ασφαλείας, στις Ένοπλες Δυνάμεις κυριαρχούσε αμείλικτη λογική, αναπόδραστη: η κομματική λογική του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η σκοπιμότητά του.
Έρχομαι τώρα στο θέμα των συμβασιούχων.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι του ΠΑ.ΣΟ.Κ., μιλάτε σήμερα για τους συμβασιούχους; Ήταν ένα από τα πελώρια θέματα που κληροδοτήσατε, οι κυβερνήσεις οι δικές σας στην Κυβέρνηση του κ. Καραμανλή. Και είναι προς τιμήν του κ. Καραμανλή ότι αυτή τη δέσμευση, την οποία διατύπωσε σε τηλεοπτικές του συνεντεύξεις στην τότε προεκλογική περίοδο, δηλαδή πριν από το Μάρτη του 2004, την έκανε στη συνέχεια πράξη και από την πλευρά του νυν Υπουργού, του κ. Παυλόπουλου και από τη δική μας πλευρά τότε, με ένα άλλο διάταγμα, που και αυτό λειτούργησε και αφορούσε τους συμβασιούχους του μη υπό στενή έννοια δημοσίου τομέα. Οι συμβασιούχοι επί των ημερών του ΠΑ.ΣΟ.Κ. –και μιλάμε για εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες- ήταν οι εύκολοι όμηροι, οι αιχμάλωτοι της κομματικής λογικής. Εσύροντο από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. από εκλογική περίοδο σε εκλογική περίοδο, εκβιαζόμενοι για να πάρει την ψήφο τους και για να εισπράξουν εκείνοι υποσχέσεις ότι μετά τις εκλογές θα διευθετηθούν τα θέματα που αφορούσαν τη μοίρα τους και την εξέλιξή τους στην υπηρεσία.
Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν σήμερα να έρχεται το ΠΑ.ΣΟ.Κ., το οποίο άφησε εκατοντάδες χιλιάδες συμβασιούχους μετεωρούμενους από εκλογή σε εκλογή, τους κατέστησε εύκολα θύματα της προεκλογικής δημαγωγίας της δικής του, τους κατέστησε με πολύ εύκολο τρόπο αιχμαλώτους της δικής του κομματικής λογικής και σκοπιμότητας και να ομιλεί για μονιμοποίηση, που και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. γνωρίζει ότι δεν είναι συμβατή με το Σύνταγμα. Διότι, εάν ήταν συμβατή με το Σύνταγμα, γιατί δεν την έκανε; Πρόκειται για μία ακόμη προσπάθεια εγκλωβισμού πολιτικού των συγκεκριμένων ανθρώπων, οι οποίοι πέρασαν από χίλια μύρια κύματα, είδαν πολλά τα μάτια τους, έπαθαν και έμαθαν και γνωρίζουν ότι, εάν κάποιος αντιμετωπίζει με υπευθυνότητα και σοβαρότητα την τύχη τους και την υπόστασή τους στο δημόσιο τομέα, αυτή είναι η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.
Χαίρομαι λοιπόν γιατί με το σημερινό νομοσχέδιο έρχεται η Κυβέρνηση να διευθετήσει και αυτή την εκκρεμότητα. Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να εξελίσσονται και μέσα στη δημόσια διοίκηση, πρέπει να εξελίσσονται και μέσα στο δημόσιο τομέα, να καταλαμβάνουν οργανικές θέσεις. Όλα αυτά πλέον ρυθμίζονται και μπαίνει η διαδικασία σε πλήρες καθεστώς ομαλότητας. Επί ορισμένων άρθρων θα μπορέσουμε να μιλήσουμε στην κατ’ άρθρο συζήτηση, όπου και εγώ θα αναπτύξω κάποιες απόψεις και για τα θέματα των δήμων. Εκεί υπάρχουν πολλά εν αταξία, τα οποία θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε και κάποια στιγμή θα πρέπει να τα λέμε και σε αυτή την Αίθουσα.
Γιατί, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όσοι δραστηριοποιούμεθα στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό, σωστά, εύκολα βάζουμε ο ένας τον άλλον στον τοίχο. Και καλά κάνουμε. Κριτική αμείλικτη προς όλες τις κατευθύνσεις και τις πλευρές.
Κάποια στιγμή όμως θα πρέπει να μιλήσουμε, κύριε Υπουργέ και για ορισμένα ανομήματα που συμβαίνουν σε ορισμένους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, είτε οι δήμαρχοι είναι νεοδημοκράτες είτε είναι από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. είτε είναι από την Αριστερά. Διότι η κριτική στη δημοκρατία δεν πρέπει να έχει όρια. Οριοθετείται μόνο από την έννομη τάξη, από το Σύνταγμα, από το Νομοθέτη, από τα δημοκρατικά ήθη που παρακολουθούν το πολίτευμα και την καθημερινότητα του δημόσιου βίου. Γι’ αυτό λοιπόν έχω να κάνω ορισμένες χρήσιμες, όπως πιστεύω, παρατηρήσεις.
Και κλείνοντας αυτή την ομιλία μου επί της αρχής, θέλω να εισηγηθώ σε όλους τους συναδέλφους την υπερψήφιση του σχετικού νομοσχεδίου, το οποίο πραγματικά τοποθετεί σε ένα νέο πεδίο θεσμικής ομαλότητας αυτό το θέμα, το οποίο έχει ταλαιπωρήσει δεκάδες, εκατοντάδες χιλιάδες συμπολιτών μας.
Ευχαριστώ.